Αναζήτηση
 Μονορόδι AISAC/PECS 

: Πρόλογος του Επιμελητή (Νευροψυχολογία Τσβετκόβα) (11/03/2007)

επιστροφή

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ

Η Λιουμπόφ Τσβετκόβα, εμβληματική μορφή της ρωσικής σχολής της νευροψυχολογίας του τέλους της σοβιετικής περιόδου και συνεχίστρια της λουριανής παράδοσης στη ρωσική νευροψυχολογία (Πανεπιστήμιο Μόσχας), εξέδωσε το παρόν βιβλίο στο πέρασμα από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Συμπυκνώνει το σημερινό επίπεδο προόδου της λουριανής σχολής και τη φιλοσοφία της. Το βιβλίο αυτό έχει γραφεί σαν βοήθημα σπουδών για φοιτητές και καθηγητές, αλλά και σαν επιμορφωτικό υλικό για κάθε επαγγελματία που ασχολείται με άτομα με εγκεφαλικές δυσλειτουργίες (ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, δυσφασίες και αφασίες, διαταραχή κινητικού συντονισμού και δυσπραξίες, απόρροιες εγκεφαλικών επεισοδίων, όγκων και χειρουργικών επεμβάσεων στον εγκέφαλο…). Έχει μεταφραστεί ήδη σε πολλές γλώσσες.

Το βιβλίο ολόκληρο διαπνέεται από έναν καλώς νοούμενο πραγματισμό – προσδίδει νόημα στην νευροψυχολογία κυρίως μέσα από τη χρησιμότητά της για τη θεραπεία. Τελικός σκοπός η κατανόηση της επιστημονικής λογικής της αποκαταστασιακής εκπαίδευσης, σαν κύριο θεραπευτικό μέσο. Για να φτάσει εκεί, το βιβλίο ξεκινά με τις βασικές θεωρητικές έννοιες της νευροψυχολογίας για τις δυσλειτουργίες του ΚΝΣ και με τη θέση της νευροψυχολογίας ανάμεσα στους άλλους κλάδους της ψυχολογίας.

Το κεντρικό θεωρητικό ερώτημα, στο οποίο καλείται να απαντήσει η νευροψυχολογία, είναι το πώς και το γιατί της αλληλεπίδρασης εγκεφάλου και ψυχικών διεργασιών. Η νευροψυχολογία παράγει νέα γνώση κυρίως μέσα από τη μελέτη, την ανάλυση των διαταραγμένων λειτουργιών. Έχει ορίσει τον εγκέφαλο ως το κρίσιμο όργανο, που απαρτιώνει όλες τις διεργασίες και τις συνδέει με το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον του ανθρώπου (Λούρια κ.ά.). Ερμηνεύοντας τα ερευνητικά δεδομένα της, έχει διαμορφώσει την αντίληψη για μια λειτουργική και συστημική οργάνωση του φλοιού. Μελετά πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος (ποια είναι η δομική του μονάδα, ποια η σχέση δομής και λειτουργίας, τι γίνεται σε φλοιώδες και υποφλοιώδες επίπεδο, περιγράφει σύνδρομα διαταραχών), οι ψυχικές διεργασίες (πού εντοπίζονται μέσα στον εγκέφαλο και ποιες είναι οι σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ τους), οι ανώτερες ψυχικές λειτουργίες (σχηματισμός και δομή των ΑΨΛ, μηχανισμοί διαταραχής και τρόποι αποκατάστασης).

Στις γραμμές που ακολουθούν θα αποπειραθώ να δώσω μια πανοραμική εικόνα του βιβλίου αυτού.

Το πρώτο κεφάλαιο (Βασικά στοιχεία νευροψυχολογίας) είναι αφιερωμένο στις βασικές έννοιες της λουριανής νευροψυχολογίας. Ο Λούρια, εκ των θεμελιωτών της Νευροψυχολογίας, ερεύνησε το ρόλο των υποσυστημάτων του εγκεφάλου στην πραγμάτωση της ψυχικής δραστηριότητας, ως μορφολογικό υπόστρωμά της. Έτσι αναπτύχθηκε μια μεθοδολογία έρευνας, κατά την οποία οι ψυχικές διεργασίες αναλύονται (εσωτερική δομή και σχέση τους με τον εγκ.), μελετάται η εξελικτική γένεσή τους, καθώς και η δομή των διαταραχών τους. Αυτό γίνεται μελετώντας την αποσύνθεση και την αποκατάσταση των ΑΨΛ και συνθέτοντας έτσι ένα λειτουργικό σχέδιο γι’ αυτές (σε αντιδιαστολή με την παλαιότερη «γενετική μέθοδο»). Ο Βυγκότσι, που προώθησε αυτή τη σύλληψη, πρότεινε και την έννοια της συστημικής δομής των ΑΨΛ, μελετώντας τις οριζόντιες συνδέσεις και σχέσεις μεταξύ των εγκεφαλικών συστημάτων και τις κάθετες σχέσεις μεταξύ των εγκεφαλικών επιπέδων.

Ένας άλλος κλάδος της Νευροψυχολογίας αναπτύσσει τη θεωρία της δραστηριότητας, δηλ. μελετά το ρόλο των εκτελεστικών μηχανισμών του εγκεφάλου στις διαδικασίες σχηματισμού των νέων γνώσεων και δεξιοτήτων και τους μηχανισμούς αφομοίωσης της νέας εμπειρίας – πράγμα που βρίσκει την άμεση εφαρμογή του στην πρακτική της αποκατάστασης (Λεόντιεφ). Ο Λούρια και η συγγραφέας ερεύνησαν για πολλά χρόνια την ψυχολογία της δραστηριότητας και την αλληλεπίδραση των ΑΨΛ στα πλαίσια της δραστηριότητας με αντικείμενα. Η λουριανή νευροψυχολογία πρότεινε έτσι τη ριζοσπαστική θέση ότι οι ΑΨΛ σχηματίζονται χάρη στις δραστηριότητες με αντικείμενα και όχι το αντίθετο.

Τέλος, η νευροψυχολογία μελετά και τη σημασιολογία της δραστηριότητας (σημασία και νόημα των λέξεων, των εικόνων κ.λπ.) και το ρόλο της στη συμπεριφορά του ανθρώπου.

Εδώ το βάρος μετατοπίζεται κυρίως στη μέθοδο της νευροψυχολογικής ανάλυσης των συνδρόμων διαταραχής των ΑΨΛ και στο σκεπτικό των μεθόδων αποκατάστασης (κυρίως των αφασιών, ως υπόδειγμα προωθημένης γνώσης της σύγχρονης νευροψυχολογίας).

Ως κύριο πλεονέκτημα της ρωσικής σχολής της νευροψυχολογίας η συγγραφέας προβάλλει την επιμονή των θεμελιωτών της να προτείνουν μια επιστημονική θεωρία για τις ψυχικές διεργασίες (ανάλυση των ελλειμμάτων), σε αντίθεση με τις κλασικές κλινικές προσεγγίσεις (δυτικός εμπειρισμός και θετικισμός). Βασική φιλοσοφία είναι ότι η πράξη πρέπει να στηρίζεται και να καθοδηγείται από μια στιβαρή θεωρία. Η λουριανή προσέγγιση εμμένει στην ανάλυση των μηχανισμών των ελλειμμάτων. Έτσι γεννήθηκε η έννοια των «λειτουργικών συστημάτων» ως λειτουργικής μονάδας του εγκεφάλου και ως ψυχοφυσιολογικό υπόβαθρο των ΑΨΛ, με εντόπιση μεν στον εγκέφαλο, όχι όμως τοπολογική, αλλά συστημική και δυναμική (συνεργαζόμενες διαφοροποιημένες ζώνες του εγκεφάλου). Χαρακτηρίζονται από χρονογένεια (εμφανίζονται και αλλάζουν σε συγκεκριμένες φάσεις της εξέλιξης του ΚΝΣ) και –το πιο ενδιαφέρον¬– κοινωνιογένεια (κοινωνικο-ιστορική προέλευση του ανθρώπινου ψυχισμού μέσω της δραστηριότητας με αντικείμενα και της επικοινωνίας). Τέλος, οι ΑΨΛ διασυνδέονται δια του λόγου κι έτσι αποκτούν ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης.

Ο Λούρια επανακαθόρισε κλασικές έννοιες ή εισήγαγε νέες, και κύρια τις έννοιες του παράγοντα, του συμπτώματος και του συνδρόμου, όπου το ένα εμπεριέχει το άλλο με αυτή τη σειρά.

Ο παράγων (η πολύ ειδική και βασική λειτουργία κάποιας εγκεφαλικής ζώνης) αποτελεί το θεμέλιο της νέας νευροψυχολογικής θεώρησης. Η νευροψυχολογική ανάλυση ουσιαστικά είναι παραγοντική ανάλυση, όπου σαν τέτοια νοείται η αναζήτηση εκείνης της λειτουργίας, που η διαταραχή της (ή η εξασθένησή της) έχει επιφέρει μικρή ή μεγάλη διαταραχή της απαρτιωμένης λειτουργίας ενός ολόκληρου λειτουργικού συστήματος (ΛΣ) – και επομένως εμποδίζει την επιτέλεση μιας ΑΨΛ. Για τον παράγοντα αυτόν ευθύνεται η βλάβη κάποιας από τις συνεργαζόμενες ζώνες του ΛΣ. Ο δε παράγων έχει πολλά και ιεραρχημένα επίπεδα (ψυχοφυσιολογικό, μορφολογικό, ψυχολογικό, λόγου, ροής), και σε κάθε επίπεδο εκδηλώνεται αλλιώς.

Η έννοια του συνδρόμου δεν ταυτίζεται με την έννοια της διαταραχής μιας λειτουργίας. Είναι η διαταραχή μιας ομάδας ψυχικών διεργασιών, για τις οποίες ευθύνεται ο ίδιος παράγων.

Το σύμπτωμα επίσης δεν ταυτίζεται με τη διαταραχή μιας λειτουργίας ούτε με την εντόπισή της σ’ ένα τμήμα του εγκεφάλου. Καθορίζεται από τον υποκείμενο παράγοντα (= μηχανισμό) και απαιτεί λεπτομερή ποιοτική αξιολόγηση για να διαπιστώσουμε την οργάνωση των ψυχικών διεργασιών και να φθάσουμε στην τοπολογική διάγνωση. Το ίδιο κάνουμε με όλα τα συμπτώματα ενός συνδρόμου και διαπιστώνουμε τον ίδιο παράγοντα κάτω από αυτά.

Επομένως, η ανάλυση του ελλείμματος κάποιας ΑΨΛ ξεκινά από το σύμπτωμα για να φθάσουμε στον παράγοντα και συνεχίζεται με την ανάλυση και περιγραφή του συνδρόμου (ελλείμματα και σωζόμενες διεργασίες), ώστε να τεθεί η ακριβής τοπολογική διάγνωση.

Η συγγραφέας προχωρά στην περιγραφή των αρχών της νευροψυχολογικής εξέτασης, επιμένοντας συνεχώς στην ποιοτική (= παραγοντική) παρά στην ποσοτική ανάλυση των δεδομένων (των ελλειμμάτων) που προκύπτουν από την εξέταση του ασθενούς, τονίζοντας εμφατικά ότι από εκεί θα προκύψει η πλέον κατάλληλη μέθοδος αποκατάστασης (ενδεδειγμένοι τρόποι και μέθοδοι βάσει του διαπιστούμενου μηχανισμού της διαταραχής).

Είναι τεράστιας σημασίας η διαπίστωση που θα κάνει ο αναγνώστης για την αξία της κλινικής σκέψης που διατρέχει το βιβλίο. Μια κλινική σκέψη υψηλού επιπέδου, που αναπτύχθηκε σε εποχές περιορισμένων τεχνολογικών μέσων, υποθέτει και προτείνει αιτιολογικούς και παθογενετικούς μηχανισμούς και σ’ αυτούς στηρίζει προτεινόμενες θεραπείες. Χάρη σε αυτό, όχι μόνο η περίθαλψη των ασθενών δεν μένει στάσιμη, αλλά η κλινική θεωρία προτείνει βάσιμες κατευθύνσεις και στην έρευνα.

Το δεύτερο κεφάλαιο  (Η μορφοφυσιολογική οργάνωση του εγκεφάλου) δίνει μια περιεκτική μορφολειτουργική περιγραφή του εγκεφαλικού φλοιού και τον χωρίζει σε τρία λειτουργικά υποσυστήματα.

Το τρίτο κεφάλαιο (Ψυχολογία του λόγου) καταπιάνεται με το λόγο. Ο λόγος από τη μια είναι μια ψυχική διεργασία μεταξύ των υπολοίπων, από την άλλη διαμεσολαβεί σχεδόν όλες τις σύνθετες μορφές ψυχικής δραστηριότητας συνδέοντας τις άλλες διεργασίες.  Αναδομεί όλο τον ανθρώπινο ψυχισμό. Χωρίς το λόγο πολλές διεργασίες δεν θα υπήρχαν καν. Εισάγει τη γενίκευση και την αφαίρεση στη σκέψη. Είναι το κύριο εργαλείο επικοινωνίας, προϊόν του ενεργητικού προσανατολισμού του ατόμου μέσα στην ομάδα προς την έκφραση των επιθυμιών του (μήνυμα) και την επίδραση πάνω στους άλλους. Σχολιάζεται εκτενώς η σημασία και το νόημα. Περιγράφεται η υλική παράμετρος του λόγου (ήχος και άρθρωση).

Ως προς την ψυχολογική του δομή, ο λόγος χωρίζεται σε ψυχολογικό, γλωσσολογικό και ψυχοφυσιολογικό επίπεδο, κι αυτά με τη σειρά τους σε στάδια. Σχολιάζονται τα τρία είδη λόγου – ο προφορικός (μονόλογος, διάλογος, ομαδικός λόγος), ο γραπτός και ο εσωτερικός.

Οι διαταραχές του λόγου (αφασίες) είναι από τα πλέον μελετημένα πεδία της νευροψυχολογίας. Οι αφασίες θεωρούνται γι’ αυτό το λόγο μοντέλο και για τη διαταραχή των άλλων ΑΨΛ.

Στο τέταρτο κεφάλαιο (Αφασία), που είναι και το μεγαλύτερο, παρουσιάζονται τα είδη των αφασιών. Κατά την παρουσίαση της εξέλιξης των αντιλήψεων περί αφασίας, η συγγραφέας τονίζει ότι η αφασία είναι αιτία αποδιοργάνωσης ολόκληρου του ψυχισμού, με κεντρικό έλλειμμα τη διαταραχή της επικοινωνίας. Η σημασιολογική διαταραχή που βλέπουμε στις αφασίες διαταράσσει το σύνολο του λόγου.

Παρουσιάζεται η ταξινόμηση των αφασιών (7 είδη) κατά Λούρια, που με γλωσσολογικά κριτήρια χωρίζονται σε δυο ομάδες: την παραδειγματική και τη συνταγματική ομάδα. Σχολιάζονται τα τρία επίπεδα οργάνωσης του λόγου και ο σωστός τρόπος νευροψυχολογικής ανάλυσης και κλινικής περιγραφής της αφασίας. Η συγγραφέας προσθέτει στο τέλος νέα δεδομένα από τις έρευνες της ίδιας και συνεργατών της: για τους ψυχοφυσιολογικούς μηχανισμούς των αφασιών (παθογένεια), για τη σχέση της αφασίας με άλλες ψυχικές διεργασίες, για την προσωπικότητα του αφασικού ασθενούς. Παρατίθενται πολλά και πραγματικά ενδιαφέροντα ευρήματα, όπως η μείωση του όγκου συγκράτησης λεκτικής πληροφορίας και του ρυθμού επεξεργασίας της, η αποδιοργανωτική επίδραση της αφασίας στην προσωπικότητα του ασθενούς και στις κοινωνικές του στάσεις.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (Τρόποι αποκατάστασης των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών) η συγγραφέας επανέρχεται στη σημασία της ποιοτικής ανάλυσης του ελλείμματος μιας ΑΨΛ για να διαπιστωθεί ποιος κρίκος («παράγων») του λειτουργικού συστήματος πάσχει. Πάνω σε αυτή τη βάση θα απαντηθούν τα ερωτήματα για την επιλογή της καλύτερης μεθόδου αποκατάστασης της ΑΨΛ που έχει θιγεί. Πρόκειται για ένα κεφάλαιο εξαιρετικής κλινικής σκέψης, που προχωρά από την κατασκευή της θεωρίας στις προτάσεις για την κλινική πράξη. Γενική αρχή είναι η μέθοδος της ανασυγκρότησης των λειτουργικών συστημάτων, που εμπεριέχει τρεις τρόπους αποκατάστασης: ψυχοπαιδαγωγικές επιδράσεις πάνω στον ασθενή με σκοπό την άρση της λειτουργικής αναστολής, αποκαταστασιακή εκπαίδευση με σκοπό την αλλαγή λειτουργικού συστήματος (κινητοποίηση νέων συστημάτων ή επιπέδων), μετατόπιση των λειτουργιών σε σωζόμενα τμήματα του εγκεφάλου. Στη συνέχεια η έμφαση παραμένει στον δεύτερο τρόπο, την αποκαταστασιακή εκπαίδευση (ή μάθηση). Για την τελευταία, περιγράφονται τέσσερις μέθοδοι (κατευθύνσεις): χρήση των εφεδρικών προσαγωγών οδών, ένταξη νέων προσαγωγών (από άλλο λειτουργικό σύστημα), μεταφορά της λειτουργίας σ’ ένα κατώτερο (πιο ακούσιο) ή ανώτερο (πιο συνειδητό) επίπεδο, φαρμακοθεραπεία. Τέλος, σχολιάζεται η αυτόματη αποκατάσταση λειτουργιών σε ορισμένες περιπτώσεις, καθώς και η μέθοδος της αλλαγής των στάσεων του ασθενούς (προσωπικότητα και κίνητρα) – στην ουσία εδώ γίνεται λόγος για την ψυχολογική υποστήριξη.

Στο έκτο κεφάλαιο (Η αποκαταστασιακή εκπαίδευση ασθενών) γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές της αποκαταστασιακής εκπαίδευσης (ψυχοφυσιολογικές, ψυχολογικές και ψυχοπαιδαγωγικές αρχές). Κατόπιν παρουσιάζονται οι απαιτήσεις προς τις μεθόδους που θα εφαρμοστούν στην πράξη, με έμφαση στη συστημικότητα. Οι τεχνικές που θα χρησιμοποιηθούν απευθύνονται σε τρεις ομάδες προβλημάτων (προσωπικότητα, λόγος και επικοινωνία, επανένταξη). Τονίζεται και πάλι η συνθετική προσέγγιση της διαταραχής (νευροψυχολογική ανάλυση του συνδρόμου, ψυχολογική προσέγγιση του ελλείμματος και παιδαγωγικές μέθοδοι).

Η αποκαταστασιακή εκπαίδευση ορίζεται ως μέρος της νευροψυχολογικής αποκατάστασης και ως ολοκληρωμένη κοινωνική δραστηριότητα.

Η αποκαταστασιακή πρακτική μετατοπίζει όλο και περισσότερο το κέντρο βάρους στην προσωπικότητα του ασθενούς παρά στο έλλειμμα, στην ασθένεια – χωρίς βέβαια να το αγνοεί ως βιολογικό πρόβλημα. Η συγγραφέας υποστηρίζει μια συνθετική αντίληψη περί του τι είναι αποκατάσταση: από τη μια είναι αποκατάσταση των διαταραγμένων λειτουργιών, από την άλλη είναι η αντιστάθμιση και η δευτερογενής πρόληψη του ελλείμματος μέσω ιατρικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων (προσωπικό και κοινωνικό status του ασθενούς).

Παρουσιάζονται οι τρέχουσες αντιλήψεις για τη σύγχρονη νευροψυχολογική αποκατάσταση (ΝΨΑ) και τις μεθόδους της. Σε αυτά τα πλαίσια, η συγγραφέας υποστηρίζει την επανακοινωνικοποίηση και την επαναπροσαρμογή, ως ενεργητικές δυναμικές έννοιες και όχι ως παθητικές προσαρμογές, και επιμένει στη συστημική επίδραση πάνω στο έλλειμμα, γιατί χωρίς την αποκατάστασή του δεν νοείται και η ψυχολογική αποκατάσταση του ασθενούς, και απορρίπτει την προσαρμογή του ασθενούς στο έλλειμμά του ως θεμιτή εναλλακτική λύση. Σαν λουριανή νευροψυχολόγος, πιστεύει στη μέθοδο που βασίζεται σε δραστηριότητες, και μάλιστα ομαδικές, διότι το κοινωνικό διαμορφώνει νέα λειτουργικά συστήματα δίνοντας στους βιολογικούς μηχανισμούς νέες μορφές λειτουργίας.

Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο συζητείται η οργάνωση της αποκαταστασιακής εκπαίδευσης πάνω στο παράδειγμα των αφασικών ασθενών. Πρώτα καταπιάνεται με την ψυχοκοινωνική μορφή δουλειάς και τα ομαδικά μαθήματα, με έμφαση στη μελέτη της προσωπικότητας του αφασικού ασθενούς. Τα ομαδικά μαθήματα ευοδώνουν την κοινωνική επαναπροσαρμογή. Οι ευκαιρίες διαπροσωπικής επικοινωνίας συντείνουν στην αποκατάσταση της λεκτικής και εξωλεκτικής επικοινωνίας.

Συζητείται η οργάνωση των ομαδικών μαθημάτων και οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι (κατευθυνόμενη και διαμεσολαβημένη επίδραση πάνω στο λόγο). Παρουσιάζονται πολλές τεχνικές για καθεμιά από τις δύο μεθόδους.

Το κεφάλαιο κλείνει με την παρουσίαση των τριών τάσεων που υπάρχουν σε σχέση με την περαιτέρω βελτίωση της ΝΨΑ (έρευνα πάνω στο έλλειμμα, επεξεργασία νέων αρχών και μεθόδων, εξέλιξη της ψυχοκοινωνικής προσέγγισης).

Επιστημολογικά, η ρωσική σχολή επιστημονικής σκέψης είναι στραμμένη προς τη θεωρητικοποίηση των εμπειρικών διαπιστώσεων και τον ανθρωπισμό, και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιστημονικής παράδοσης της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αναζητά και χρησιμοποιεί θεωρητικές κατασκευές για την εξεύρεση αποτελεσματικών εφαρμογών, επιχειρεί την εργαστηριακή-πειραματική επιβεβαίωσή τους, γίνεται πυξίδα για τον καθορισμό των πεδίων έρευνας. Κι αυτό αφορά βεβαίως σε όλες τις επιστήμες. Βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο στον αντίποδα της αγγλοσαξονικής σχολής, που αναζητά νέα γνώση μέσω της αέναης συσσώρευσης δεδομένων (εμπειρισμός), που συνδυάζεται με προβληματισμούς από τη σφαίρα της Ηθικής. Το συγκριτικό έλλειμμα θεωρητικής παράδοσης ίσως να εξηγεί τον  ενθουσιασμό, με τον οποίο μέρος της Δύσης ανακάλυψε το έργο των σοβιετικών νευροψυχολόγων (και άλλων επιστημόνων), όταν έπεσαν τα παραπετάσματα. Από την άλλη, η Ευρώπη (και η Ρωσία) ανακάλυψαν και αποδέχθηκαν σχετικά πρόσφατα τη χρησιμότητα του αγγλοσαξονικού εμπειρισμού κι αυτός τείνει πλέον να επικρατήσει, πράγμα όμως που εν τέλει θα αποβεί επιζήμιο, με την έννοια ότι μπορεί να παραμεληθεί ο ένας από τους δρόμους που οδηγούν στην επιστημονική πρόοδο, ο δρόμος της ευρωπαϊκής παράδοσης στην επιστημονική σκέψη. Βρισκόμαστε, λοιπόν, για άλλη μια φορά μπροστά στην πρόκληση του να μπορέσουμε να συνδυάσουμε διαφορετικούς τρόπους σκέψης και πράξης, διαφορετικές «σχολές».

Σ’ αυτά τα πλαίσια, πάμπολλες πλευρές του έργου των κυριότερων ρώσων νευροψυχολόγων ανακαλύφθηκαν όψιμα από τη Δύση μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης, ως «η άλλη προσέγγιση», που μπορεί να δώσει νέες ιδέες και γνώση. Ως σήμερα δεν έχουμε ευτυχίσει να γνωρίσουμε σπουδαίο μέρος αυτού του θησαυρού γνώσης στη γλώσσα μας.*

Η περιορισμένη βιβλιογραφία για τη ρωσική νευροψυχολογία στην ελληνική γλώσσα μάς έθεσε πλήθος διλημμάτων και δυσκολιών ως προς την απόδοση της ορολογίας. Για να αποφύγουμε τυχόν παρερμηνεία της ελληνικής απόδοσης, σε αρκετά σημεία του κειμένου δίπλα στον ελληνικό όρο προσθέσαμε το αγγλικό ανάλογο του ρωσικού όρου μέσα σε παρένθεση.

Αθήνα, Μάρτιος 2007

Ευχαριστίες

Ευχαριστώ την ψυχολόγο και καλή φίλη Ρίτσα Παναγιωτοπούλου για την ιδέα της προσπάθειας αυτής και τον ενθουσιασμό που έδειξε σε όλη την πορεία της δουλειάς μας.

Την κα. Λ. Τσβετκόβα που δέχθηκε αμέσως να μεταφραστεί αυτό το έργο της και στα ελληνικά.

Τον εκδότη κ. Χ. Πασχαλίδη για την ηθική και πρακτική υποστήριξη στην πρωτοβουλία μας. Το προσωπικό των «Ιατρικών Εκδόσεων Πασχαλίδη» για την πάντα ευγενή και πρόθυμη συνεργασία.


* Στην ελληνική βιβλιαγορά έχουμε εντοπίσει μόνο την «Πολιτισμική ιστορική θεωρία του Vygotsky»  του Μαν. Δαφέρμου (εκδ. ΑΤΡΑΠΟΣ-ΠΕΡΙΒΟΛΑΚΙ, 2002)